phone icon2292025618 | 6944938898
divider

Αρχείο


Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ

/ 0 Σχόλια

Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.Read More


separator

Λήξη χρησιδανείου και διεκδίκηση του χρησιδανεισθέντος

/ 0 Σχόλια

Από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο, δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοσή του, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την αγωγή από το χρησιδάνειο.

Εξάλλου, «λήξαντος δε καθ’ οιονδήποτε τρόπο του χρησιδανείου, ο χρησάμενος υποχρεούται, να αποδώσει το χρησιδανεισθέν πράγμα στον χρήστη, εφόσον δε αρνείται την απόδοση του, αντιποιούμενος για τον εαυτό του τη νομή του χρήστη στο πράγμα και έχοντας εκδηλώσει τούτο προς αυτόν, δημιουργείται παράνομη κατάσταση» (1921/2010 ΠΠΑ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σε περίπτωση επιλογής ασκήσεως της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρεται, η σύμβαση χρησιδανείου και η λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο, τέτοιος δε είναι επί χρησιδανείου αόριστου χρόνου και η καταγγελία της συμβάσεως, επιδιδόμενη στον αντισυμβαλλόμενο – χρησάμενο (ΟλΑΠ 170/2003, ΑΠ 958/2004, ΑΠ 757/2008).

Νόμιμος δηλαδή τρόπος λήξης του χρησιδανείου αορίστου χρόνου είναι, ανεξάρτητα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 817 ΑΚ τρόπους, και η καταγγελία της συμβάσεως (άρθρο 323 ΑΚ και κατ’ ανάλογη εφαρμογή 669 παρ. 2 α’ , 767 παρ. 1 ΑΚ) (ορ. ΑΠ 94/2016, ΝΟΜΟΣ προσαγόμενη, 449/2014 ΑΠ, ΝΟΜΟΣ, Αστικός Κώδιξ – Κατ’άρθρο ερμηνεία, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Τόμος IV, σελ, 242).

Αικατερίνη Α. Βασιλοπούλου

Δικηγόρος Αθηνών

Master 2 Université Toulouse I

LLM, Αστικό Δίκαιο και Νέες Τεχνολογίες


separator

Η διακοπή της παραγραφής κατά το άρθρο 261 ΑΚ

/ 0 Σχόλια

Κατά το άρθρο 261 εδ. α’ ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012). Ήδη, όμως, με το νέο άρθρο 261 ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το αρ 101 Ν. 4139/2013, ορίζεται πλέον ότι η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό (άσκηση αγωγής) αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ. 1), ενώ στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (παρ. 2).

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης, η δε διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.Read More


separator

Η μεταβολή των (στοιχείων των) διαδίκων μετά την εκκρεμοδικία (224 ΚΠολΔ)

/ 0 Σχόλια

Κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει «Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα Πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής».

Πάγια η νομολογία δέχεται η μεταβολή που αφορά τα υποκείμενα της δίκης (υποκειμενική μεταβολή αγωγής) είναι απαγορευμένη.Θεμελιακό στοιχείο του δικογράφου συνιστά η μνεία του ονοματεπώνυμου του διαδίκου. Σύμφωνα και με τη θεωρία[1] «Με γνώμονα την ένταξη των υποκειμενικών στοιχείων του δικογράφου στο ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, πάγια κρατεί στην επιστήμη η άποψη, κατά την οποία μεταβολή του διαδίκου (ενάγοντος και εναγομένου), υπό την εκδοχή τόσο της αντικατάστασης του παλαιού, όσο και της προσθήκης νέου, λαμβάνει χώρα ανεπίτρεπτα μετά τη θεμελίωση της εκκρεμοδικίας, καθώς σε αντίστοιχη περίπτωση παραβιάζεται η αναγκαία τήρηση προδικασίας…Συναφώς νομολογήθηκε ότι εφαρμόζεται το αρθρο 224 εδ. α΄ΚΠολΔ και στην περίπτωση μεταβολή της ιδιότητας του διαδίκου» (ορ. σχετ. ΑΠ. 1229/1990, ΕΕΝ 1991, 499=ΕλλΔνη 1991, 1245, ΜονΠρΘες 1460/11972 Δ 1972, 683 «Ο υποβάλων αίτησιν ως πληρεξούσιος ετέρου δεν δύναται δια δηλώσεως επ’ακροατηρίω να συμπληρώση ταύτην ως υποβαλλόμενην υπ’αυτού και δι’εαυτόν, διότι ούτω προστίθεται διάδικος άνευ προδικασίας», με επιδοκιμαστικό σημείωμα Μπέη, ο.π. 686 και ΜονΠρΑθ 7111/1988, ΑρχΝ 1989, 260, η οποία σε αντίστοιχη απόπειρα του ενάγοντος με το δικόγραφο της κλήσης, έκρινε ότι με τον τρόπο αυτό λαμβάνει χώρα «εισαγωγή προς συζήτηση μη εκκρεμούς υποθέσεως ή ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς κατά τα υποκειμενικά του όρια».Μάλιστα η θέση αυτή ισχύει και στο δεύτερο βαθμό, σύμφωνα με την ΕφΛαρ. 511/2007 «Η δε δήλωση του εκκαλούντος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της παρούσας, ότι εσφαλμένα και εκ παραδρομής η υπό κρίση έφεση στρέφεται κατά του Α. Π. Κ. αντί της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας, που πράγματι υπήρξε διάδικος κατά την πρωτόδικη δίκη, δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αναπληρώσει την προδικασία και να άρει το από την έλλειψη αυτή απαράδεκτο, το οποίο δεν θεραπεύεται ούτε με την εμφάνιση της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας κατά τη συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως στο ακροατήριο, η οποία άλλωστε, εφόσον δεν απευθύνεται και κατ’ αυτής η έφεση, δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη. Ούτε εξάλλου, η παραπάνω δήλωση του εκκαλούντος, μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔικ, διόρθωση της εφέσεως ως προς τον προσδιορισμό του διαδίκου, αφού έτσι μεταβάλλεται η ταυτότητά του και δημιουργείται αμφιβολία γι’ αυτήν.(βλ. Κ.Μπέη, ΠολΔικ, άρθρο 224, αριθμ. 23, σελ. 1026)Read More


separator

Η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου από το μισθωτή

/ 0 Σχόλια

Κατά τη διάταξη του άρθ. 608 § 1ΑΚ, μόλις περάσει ο συμφωνημένος ορισμένος χρόνος η μίσθωση λήγει «χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο», επομένως η μίσθωση εδώ λήγει αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται καταγγελία από μέρους του εκμισθωτή ή οποιαδήποτε άλλη όχληση του μισθωτή (ΑΠ 479/2001 ΕλΔ 43, σελ. 437, βλ. και Χ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου εκδ. δεύτερη, σημ. 2052, 2074).

Εξάλλου η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εφόσον δεν επακολουθήσει παράταση με συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή πριν από τη λήξη της διάρκειας της ή ανανέωση ή έστω σιωπηρή αναμίσθωση (άρθ. 611 ΑΚ) οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η σύμβαση γίνεται αορίστου χρόνου και η λήξη της επέρχεται με καταγγελία.

Περαιτέρω, η σύμβαση μισθώσεως μπορεί να καταργηθεί με αντίθετη σύμβαση των συμβαλλομένων. Η αντίθετη αυτή συμφωνία (καταργητική) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από ορισμένη συμπεριφορά των συμβαλλομένων που αποσκοπεί σε αυτή, οπότε έχουμε σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης.

Σιωπηρή συμφωνία για τη λύση της σύμβασης μισθώσεως επέρχεται και στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Η απόδοση του μισθίου είναι οικειοθελής ή εκούσια, όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής μεταξύ τους συμφωνίας, έστω και με την παράδοση των κλειδιών στα χέρια του εκμισθωτή συνοδευόμενη από επιφύλαξη του τελευταίου ως προς τυχόν αξίωση είσπραξης οφειλόμενων μισθωμάτων και όχι με μονομερή από την πλευρά του μισθωτή εγκατάλειψη του μισθίου, η οποία ούτε λύση της μίσθωσης επιφέρει, ούτε παύση πληρωμής του μισθώματος (βλ. ΕφΑΘ 198/1985 ΑρχΝομ 36.356, ΕφΑΘ 3407/1985 ΕΔΠ 1985).

Δηλαδή, η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να το αποδώσει στον εκμισθωτή δεν αποτελεί παράδοση τούτου, ούτε επιφέρει τη λύση της μισθώσεως αφού δεν εμποδίζεται αυτός (μισθωτής) να επανέλθει και να ανακαταλάβει το μίσθιο (βλ. ΜΠΘήβας, 1/2017, Χ. Παπαδάκη: Αγωγαί αποδόσεως μισθίου, έκδ. 1990, αριθ. 709 σ. 259, ΕΑ198/85 Α.Ν 36.366, ΕΑ 3407/85 ΕΔΠ 1985 σ. 148, ΕΑ11/83 Δνη 24.500, ΕΑ 1715/83 Δνη 24.1408).

Αικατερίνη Α. Βασιλοπούλου

Δικηγόρος Αθηνών

Master 2 Université Toulouse I

LLM, Αστικό Δίκαιο και Νέες Τεχνολογίες


separator

Η εξαίρεση των γεωργικών εκτάσεων από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας

/ 0 Σχόλια

Από το συνδυασμού των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 με το Π.Δ. 32/2016, από τα οποία καθορίζεται η έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, με την συνδρομή των καθοριζόμενων από αυτές πραγματικών αξιολογικών στοιχείων και της παραγράφου 6 περ. α’ του ίδιου άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του νόμου αυτού οι γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις καθώς, σαφώς συνάγεται ότι το δια του άρθρου 2 παρ. 2 κριτήριο που θέτει το Π.Δ. 32/2016, σύμφωνα με το οποίο, «το σύνολο των άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)κάμπτεται με την τιθέμενη από την παρ. 6 του ίδιου άρθρου εξαίρεση, με την οποία εμφατικά ορίζεται ότι δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του νόμου αυτού οι γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Δηλαδή, από την γραμματική, λογική και τελεολογική ερμηνεία της διάταξης της παραπάνω διάταξης σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης, δια της εμφατικής εκφράσεώς του, ότι δηλ. δεν «υπάγονται οπωσδήποτε» στις διατάξεις του νόμου αυτού οι γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις, θέλησε να εξαιρέσει εκ των διατάξεων του ως άνω νόμου και της εν γένει δασικής νομοθεσίας, τους αγρούς, εντός των οποίων υπάρχει είτε διάσπαρτη είτε κατά τόπους ή ζώνες και κάποια άγρια ξυλώδη βλάστηση ή αραιή θαμνώδης βλάστηση ή πετρώδης έκταση, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τις εκτάσεις αυτές ως δάση ή δασικές.

Ο νομοθέτης συνεπώς, έκρινε, ότι προέχει για την εθνική οικονομία η διατήρηση του χαρακτήρα των γεωργικώς καλλιεργούμενων εκτάσεων ως τοιούτων και θέλησε με την εμφατική αυτή εξαίρεσή του να αποκλείσει, την υπαγωγή αυτών στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας στην βάση του επ’ αυτών ενδεχομένως απαντώμενου κριτηρίου της αγρίας δασικής βλάστησης, (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμ. 279/1981 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η οποία έχει ως εξής «Ως προκύπτει τόσον εκ της αιτιολογικής εκθέσεως του ν. 998/79 επί του άρθρου 3 παρ. 6 όσον και εκ των σχετικών συζητήσεων στην Βουλή (βλ. πρακτικά βουλής Θέρους 1979 συνεδ. ΚΖ-ΜΗ, τομ. Β’ σελ. 1169-1176), ο νομοθέτης δια του όρου «γεωργικώς καλλιεργούμενοι εκτάσεις» ηθέλησε να εξαιρέσει τους αγρούς εντός των οποίων υφίστανται λόχμαι με δασικήν βλάστησιν η μεμονωμένα άγρια δένδρα ή συστάδες τοιούτων δένδρων...» (βλ. αυτήν σε Πανδ. Σιφναίου τομ. ΝΕ, σελ. 110).

Αικατερίνη Α. Βασιλοπούλου

Δικηγόρος Αθηνών

Master 2 Universite Toulouse I

LLM, Αστικό Δίκαιο και Νέες Τεχνολογίες


separator

Η προηγούμενη κύρωση των δασικών χαρτών ως προϋπόθεση εγκυρότητας των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών

/ 0 Σχόλια

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 807/2016), ναι μεν η κύρωση των δασικών χαρτών δεν απαιτείται να προηγείται της πράξεως αυτής, αλλά πάντως θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί πριν  την περαίωση της κτηματογραφήσεως, σε χρόνο ώστε τα δεδομένα που θα προκύψουν από αυτούς να ληφθούν υπ’ όψιν κατά την αποτύπωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία.

Ειδικότερα το ΣτΕ έκρινε ότι «Ειδικότερα, όσον αφορά στη δημόσια περιουσία επί των δασών και δασικών εκτάσεων της Χώρας, ανάγκη ορθής και ασφαλούς καταγραφής των εμπράγματων δικαιωμάτων επ’ αυτών, εν όψει και του ισχύοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και δασικών εκτάσεων στις περιοχές όπου αυτό ισχύει, αλλά και της αποτελεσματικής τους προστασίας έναντι οιασδήποτε αμφισβητήσεως, είτε ιδιοκτησιακής είτε δασικής, επιτάσσει την προηγούμενη, της κτηματογράφησης, ολοκλήρωση της διαδικασίας κύρωσης των δασικών χαρτών, με την οποία θα καταστεί οριστικός ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτησή τους.Read More


separator

Το εργασιακό καθεστώς των οικιακών και οικόσιτων μισθωτών (οικιακών βοηθών)

/ 0 Σχόλια

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τις υπηρεσίες τους κατά κύριο λόγο για την εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών αυτού, των μελών της οικογενείας του ή τρίτων. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί.

Επί των τελευταίων, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος, υπό συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό – άρθρο 663 Α.Κ.), δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών, την εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, νύχτα, ημέρες αναπαύσεως, για την υπερεργασία και τις υπερωρίες καθώς και οι διατάξεις για τις εκτός έδρας μετακινήσεις. Ισχύουν, όμως, και για τους οικιακούς οικόσιτους μισθωτούς οι διατάξεις για την παροχή αδείας μετ΄ αποδοχών, καθώς και για το επίδομα αδείας και τα επιδόματα εορτών.Read More


separator

Η νομιμότητα της ταμειακής βεβαίωσης προστίμου αυθαίρετης κατασκευής

/ 0 Σχόλια

Στο άρθρο 1 του π.δ. 267/1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών κ.λ.π.» (φ. Α` 195) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «1.Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου … γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση…3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης …» ενώ στο άρθρο 4 του ίδιου π.δ/τος ορίζονται τα εξής: «1. Κατά της έκθεσης αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος. 4…. Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και υπογράφεται από τα μέλη και το γραμματέα αυτής. Της απόφασης λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος, υπογράφοντας αμέσως … Η απόφαση της επιτροπής είναι οριστική. Αν απορριφθεί η ένσταση το αυθαίρετο κατεδαφίζεται μέσα σε 10 ημέρες από την έκδοση της απόφασης είτε από τον κύριο ή τους συγκυρίους του αυθαιρέτου είτε από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, τα δε πρόστιμα όπως τελικά οριστικοποιήθηκαν από την επιτροπή, βεβαιώνονται στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδονται εξ ολοκλήρου στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.) ...».

Από τις παραπάνω διατάξεις, ερµηνευόµενες σε συνδυασµό µε το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγµατος που κατοχυρώνει το δικαίωµα παροχής δικαστικής προστασίας, συνάγεται ότι προκειμένου να βεβαιωθεί ταμειακώς («εν στενή εννοία») το πρόστιμο αυθαίρετης κατασκευής στο δημόσιο ταμείο, απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της πράξεως επιβολής τούτου (δηλαδή του νομίμου νομίμου τίτλου).Read More


separator

Μονογονεϊκή οικογένεια και κυκλικό ωράριο στο Δημόσιο και ειδικότερα στις Ένοπλες Δυνάμεις

/ 0 Σχόλια

Ο εργαζόμενος (γονέας) που ασκεί εν τοις πράγμασι και κατ’ αποκλειστικότητα τη γονική μέριμνα ενός ή περισσότερων ανήλικων τέκνων στις περιπτώσεις χηρείας, ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, υιοθεσίας τέκνου από έναν/μια μόνο γονέα, αποτελεί έναν γενικό ορισμό της μονογονεϊκής οικογένειας.

Δυστυχώς στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός για τον όρο αυτό, με αποτέλεσμα κάθε σχετικό νομοθέτημα στο οποίο γίνεται αναφορά σε «μονογονεϊκή οικογένεια» να δίνει τη δική του ερμηνευτική προσέγγιση στα πλαίσια της εφαρμογής του.

Η εργατική νομοθεσία δίνει κάποια πλεονεκτήματα στις μονογονεϊκές οικογένειές, όπως, ενδεικτικά, επιδόματα, μειωμένο ωράριο για ορισμένο διάστημα, επιπλέον άδεια κ.α.

Ωστόσο ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει καμία ειδική πρόβλεψη για το ζήτημα των εργαζομένων γονέων μονογονεϊκής οικογένειας με σύστημα του κυκλικού ωραρίου (βάρδιες).Read More


separator